- μεγαλοδαίμων
- μεγαλο-δαίμων, ονος, ὁ, der große Dämon, Gott
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
μεγαλοδαίμων — μεγαλοδαίμων, ονος, ὁ (Α) μεγάλη θεότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεγαλ(ο) + δαίμων (πρβλ. κακο δαίμων, ολβιο δαίμων)] … Dictionary of Greek
μεγαλ(ο)- — και μεγα / μεγά (ΑM μεγαλ[ο] και μεγα / μεγά ) α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο επίθετο μέγας, μεγάλου. Τα σύνθετα στα οποία εμφανίζεται είναι, κατά κανόνα, προσδιοριστικού τ. (δηλ. το α συνθετικό… … Dictionary of Greek